Θρίλερ. Ως τέτοιο προσπαθεί, απεγνωσμένα σε στιγμές, να πλασαριστεί το «Blonde», το ας το πούμε biopic για την Μέριλιν Μονρό δια χειρός Άντριου Ντόμινικ που σίγουρα έχετε πετύχει σε περίοπτη θέση στην αρχική σελίδα του Netflix, αλλά και σε όχι ακριβώς ενθουσιώδεις τίτλους κριτικών. 

Αυτό, όμως, από το οποίο δεν ξεφεύγει η ταινία είναι η υπερβολή του μελοδράματος. Πιάνοντας το νήμα από τα παιδικά χρόνια της (ακόμα) Νόρμα Τζιν και τη διαταραγμένη μητέρα της μέχρι τα δυνατά φώτα και το σκοτεινό τέλος, η ταινία επί τρεις ώρες επαναφέρει τη φωτιά ως απειλή της κόλασης, που καιροφυλακτεί να κάψει τη Νόρμα Τζιν για χάρη της Μέριλιν Μονρό, εν αλλάξ με τη δραματικότητα των ασπρόμαυρων πλάνων και τα δάκρυα που ρέουν άφθονα.

Φωτ.: Netflix

Όμως, ως γνωστόν, η κόλαση είναι οι άλλοι και η ταινία «καίγεται» πριν καν ανάψει. Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Τζόις Κάρολ Όουτς, το «Blonde» μπορεί να θεωρηθεί βιογραφία στο βαθμό που αντίστοιχα υπήρξε, λόγου χάρη το «Last Days» του Γκας Βαν Σαντ για τον Κερτ Κομπέιν. Υπάρχει, δηλαδή, μια γενική ρεαλιστική βάση στην οποία χωρούν, στην προκειμένη, βιασμοί από μεγαλοπαραγωγούς του Χόλιγουντ που δεν υπάρχουν καν (λες και η ταινία πρέπει όπως και δήποτε να τρομοκρατήσει με #MeToo πρόσημο), διαφορετικοί εραστές που συναντώνται ποιητική αδεία σε μια σχέση-τρίο με τη Μονρό (ο Τσαρλς Τσάπλιν Τζούνιορ και ο Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον Τζούνιορ), αποβολές από πτώσεις και λήψεις από χαμηλά σε βεβιασμένα στιγμιότυπα με τον «mr. President» Τζον Φ. Κένεντι. 

Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα οι μυθοπλαστικές (χοντρές) πινελιές, αλλά το γεγονός πως αυτές λειτουργούν ως οι κομβικές στιγμές που δίνουν την ώθηση στην αφήγηση. Έτσι, το «Blonde», από ταινία που θέλει να δείξει την αληθινή Μέριλιν Μονρό/Νόρμα Τζιν, γίνεται η ταινία που την κάνει λίγο πιο πλαστική, την ωθεί λίγο ακόμα στη σφαίρα του μύθου. 

Σε όλον αυτόν τον σχεδόν λιντσεϊκό τρίωρο εφιάλτη, η Άνα ντε Άρμας δεσπόζει ως η μοναδική, από κάθε άποψη, ελπίδα. Μαγνητική σε κάθε καρέ της, όπως η σταρ που ανέλαβε να ενσαρκώσει, η Κουβανή ηθοποιός γίνεται Μέριλιν Μονρό με κάθε έναν μυ του προσώπου της, με κάθε κίνηση του κορμιού της. Σκηνή παρά σκηνή τρίβεις τα μάτια σου για το αν βλέπεις τη Μονρό ή την ντε Άρμας, κι ευτυχώς, χωρίς ποτέ να νιώσεις πως το αποτέλεσμα ρέπει προς τον μιμητισμό. 

«Blonde»: Τρεις ώρες φαγούρα με ολίγη από Μέριλιν Μονρό-2
Φωτ.: Netflix

Ακόμα, όμως, και αυτό το (μόνο) δυνατό χαρτί της ταινίας, χάνει στα σημεία. Η Ντε Άρμας είναι η καλύτερη Μέριλιν Μονρό που έχουμε δει ως τώρα στη μεγάλη οθόνη, δυσκολεύεται, όμως, να βρει τη Νόρμα Τζιν. 

Υπό αυτή την έννοια, η πρωταγωνίστρια εναρμονίζεται πλήρως με την υπόλοιπη ταινία. Φαίνεται λες και η Άνα ντε Αρμας ξεκινάει να παίζει μία και μόνο εκδοχή της Μέριλιν και όσο η ταινία προχωρά (και καταφέρνει κάπως, αλλά όχι απόλυτα, να σε βάλει στην τροχιά της) μαθαίνει παράλληλα με αυτή να «σπάει» στις επιμέρους Μέριλιν. 

Κι όμως, το «Blonde» δεν μπορεί να αποχωριστεί την επίπλαστη λάμψη -κι ας θέλει να υπογραμμίσει τόσο την «αληθινή» Μέριλιν που στα credits ο ρόλος που αποδίδεται στην Ντε Άρμας είναι αυτός της Νόρμα Τζιν. Η Μονρό (και η Ντε Άρμας) είναι η σεξοβόμβα που βλέπουμε όλο και πιο πολύ γυμνόστηθη, ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας σεναριακός λόγος που το απαιτεί. 

«Blonde»: Τρεις ώρες φαγούρα με ολίγη από Μέριλιν Μονρό-3
Φωτ.: Netflix

Κι ύστερα, αυτό που ξεκινά ως οιδιπόδειο, με τη Μονρό να ψάχνει τον πατέρα που δε γνώρισε ποτέ, αναλώνεται στη φοβερά άβολη κατάχρηση του υποκοριστικού «Daddy» που χρησιμοποιεί σαν καραμέλα προς τους συντρόφους της, κάνοντάς μας έτσι φθηνούς ηδονοβλεψίες παρά τη θέλησή μας. 

Το «Blonde», τη στιγμή των τίτλων τέλους, μοιάζει με μια χαμένη ευκαιρία. Μια υψηλής αισθητικής παραγωγή με μια εξαιρετική πρωταγωνίστρια που χάνει το νόημα και την κατεύθυνσή του πριν καν τα βρει. Μια ιστορία που αντί να κερδίσει, εκβιάζει τη συγκίνησή σου και χάνεται στο κενό μεταξύ της φαντασίωσης και της έλλειψης κέντρου βάρους. Θρίλερ. 



Αρχική δημοσίευση