«Παραμένουμε επιφυλακτικοί για τις μετοχές, δεδομένου του δύσκολου μακροοικονομικού περιβάλλοντος, του αυξημένου γεωπολιτικού κινδύνου και ενός νέου κύκλου υποβάθμισης των κερδών ανά μετοχή (EPS) το δεύτερο εξάμηνο, καθώς τα περιθώρια κέρδους συρρικνώνονται και οι αποτιμήσεις επίσης δείχνουν προς χαμηλότερα επίπεδα», εξηγούν στη στρατηγική για τις μετοχές οι αναλυτές της .

Στο ίδιο μήκος κύματος και η έτερη αμερικανική τράπεζα Citigroup, στην έκθεσή της για τις παγκόσμιες αγορές μετοχών, εκτιμά ότι ο δείκτης τιμής προ κέρδη (Ρ/Ε) του δείκτη MSCI World έχει υποχωρήσει από το μέγιστο -στις 20 φορές- στις 15 φορές, ακολουθώντας την άνοδο των αποδόσεων του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου (σ.σ. ομόλογο που προστατεύει από τον πληθωρισμό – 10Y TIPS) στο 0,3%. «Περαιτέρω αύξηση στο +1% θα σήμαινε ότι ο παγκόσμιος δείκτης μετοχών τελεί υπό διαπραγμάτευση με συντελεστή 14 φορές. Κατασκευάζουμε ένα χαρτοφυλάκιο που θα πρέπει συνεπώς να προστατεύει από μια περαιτέρω υποβάθμιση των παγκόσμιων μετοχών», εξηγεί η .

H άποψη της για τις μετοχές

Ο ευρωπαϊκός δείκτης MSCI Europe έχει στόχο στο βασικό σενάριο τις 1.760 μονάδες, στο θετικό σενάριο τις 2.000 μονάδες και ανοδικό περιθώριο 13% και τέλος, στο αρνητικό σενάριο 1.340 μονάδες και πτωτικό περιθώριο 24,3%.

Ο βασικός στόχος τιμής για το δεύτερο τρίμηνο του 2023 για τον δείκτη S&P 500 είναι οι 3.900 μονάδες, με την αγορά να θέτει έναν πολλαπλασιαστή P/E 16,5 φορές για τα μελλοντικά (Ιούνιος 2024) κέρδη ανά μετοχή των 236 δολαρίων. Στο μέτωπο των κερδών, κατεβάζει τις εκτιμήσεις από τις πιέσεις κόστους που συνεχίζουν να αυξάνονται, της αύξησης των εσόδων που επιβραδύνεται.

Η τιμή-στόχος στο Bull Case για το 2ο τρίμηνο του 2023 είναι οι 4.450 μονάδες. Στην περίπτωση των 4.450, η αγορά θέτει έναν πολλαπλασιαστή P/E 17,9 φορές για τα μελλοντικά (Ιούνιος 2024) κέρδη ανά μετοχή. Σε αυτό το σενάριο, η «γερακίσια» πορεία της Fed δεν αποτελεί κίνδυνο για το σκηνικό ανάπτυξης των ΗΠΑ, η καταναλωτική εμπιστοσύνη ανακάμπτει καθώς ο πληθωρισμός εξασθενεί.

Στον αντίποδα, στο κακό σενάριο (bear case), η τιμή-στόχος πέφτει στις 3.350 μονάδες στο δεύτερο τρίμηνο του 2023, με την αγορά να θέτει έναν πολλαπλασιαστή P/E 15,9 φορές τα μελλοντικά κέρδη ανά μετοχή των 212 δολαρίων. Αυτό το σενάριο προϋποθέτει ύφεση. Έχουμε επιβράδυνση της αύξησης των κερδών το 2022 και στη συνέχεια εντελώς αρνητική μεταβολή το 2023 (-10%). Στο σενάριο αυτό, η συρρίκνωση των περιθωρίων είναι πιο σοβαρή το 2022 και το 2023, ο πληθωρισμός παραμένει σταθερότερος και η FED παραμένει σε τροχιά «γερακιού» παρά την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης και τη σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

H επενδυτική τράπεζα διατηρεί την υπερεπενδεδυμένη θέση της στις αμυντικές μετοχές, την ενέργεια, τον δείκτη του ΗΒ FTSE100, την αξία και τις μετοχές με μερισματικές αποδόσεις. Η απόδοση κινδύνου του MSCI Europe παραμένει μη ελκυστική αφού οι δύσκολες θεμελιώδεις προοπτικές είναι πιθανό να οδηγήσουν τις μετοχές σε χαμηλότερα επίπεδα τους επόμενους μήνες.

Τι βλέπει η Citigroup για τις μετοχές

Οι αναλυτές της τράπεζας προτιμούν την «αξία» έναντι της «ανάπτυξης», τις αναδυόμενες αγορές και το ΗΒ έναντι των ΗΠΑ και της ηπειρωτικής Ευρώπης, τις χρηματοοικονομικές εταιρείες και τα εμπορεύματα έναντι των τεχνολογικών μετοχών.

Η φετινή μείωση των μετοχών έχει παρακολουθήσει στενά την αύξηση των πραγματικών αποδόσεων, εξηγεί η . Η νομισματική σύσφιξη οδήγησε τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων των ΗΠΑ σε άνοδο από απόδοση -1,2% πέρυσι το Νοέμβριο σε +0,3% τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Οι στρατηγικοί αναλυτές της Citi για τα επιτόκια πιστεύουν ότι οι πραγματικές αποδόσεις τιμολογούν τώρα την αυστηρή (hawkish) νομισματική πολιτική, αλλά αναγνωρίζουν τους κινδύνους υπέρβασης.

Η απάντηση της Citi στον παραπάνω φόβο είναι η κατασκευή ενός παγκόσμιου μετοχικού χαρτοφυλακίου που θα πρέπει να βοηθήσει στην αντιστάθμιση έναντι μιας περαιτέρω υποβάθμισης των μετοχών. Η στάση τους είναι αγορά (long) σε μετοχές αξίας και πώληση μετοχών ανάπτυξης.

Πώς θα κινηθούν οι πραγματικές αποδόσεις

Το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι επενδυτές είναι πού θα συνεχίσουν οι πραγματικές αποδόσεις. Η Citi και ο αναλυτής Matt King υποστηρίζουν ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική, ιδίως η ποσοτική χαλάρωση (QE), διόγκωσε όλες τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι κυλιόμενες αγορές περιουσιακών στοιχείων από τις κεντρικές τράπεζες κορυφώθηκαν σε πάνω από 5 τρισεκατομμύρια δολάρια και οι πραγματικές αποδόσεις μειώθηκαν. Αλλά τώρα που το QE αποσύρεται, οι πραγματικές αποδόσεις αυξάνονται και τα περιουσιακά στοιχεία κινδύνου, όπως οι μετοχές, υποχωρούν. Η σχέση με το παγκόσμιο QE υποδηλώνει ότι οι πραγματικές αποδόσεις θα μπορούσαν να κατευθυνθούν και πάλι προς τα πάνω στο 1%, γεγονός που θα ήταν αρνητικό για τις μετοχές. Πράγματι, ο King πιστεύει ότι οι αγορές μετοχών μπορεί να παραμείνουν ευάλωτες, ακόμη και αν τα 10ετή TIPS σταματήσουν να αυξάνονται.

Ταυτόχρονα, ο Jabaz Mathai, στρατηγικός αναλυτής της Citi για τα επιτόκια στις ΗΠΑ, πιστεύει ότι η μεγάλη αύξηση των πραγματικών αποδόσεων τιμολογεί σε μεγάλο βαθμό την αυξημένη hawkish στάση της Fed, δεδομένου ότι τα προθεσμιακά επιτόκια έχουν επιστρέψει στο 2018 σε υψηλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει επίσης τον κίνδυνο υπέρβασης, δεδομένης της υψηλής μεταβλητότητας εντός των αγορών επιτοκίων.



Αρχική δημοσίευση