Η κυβερνητική ισορροπία τρόμου ανάμεσα στις προεκλογικές ανάγκες της να αποφευχθούν μαζικά ξεσπιτώματα και στις δεσμεύσεις των τραπεζών και των εταιρειών διαχείρισης να επιτευχθούν οι «επιχειρησιακοί στόχοι» τους. Το τεράστιο απόθεμα ματαιωμένων πλειστηριασμών, το όριο των 50.000 πλειστηριασμών τον χρόνο και η κραυγαλέα απουσία ουσιαστικής προστασίας της κατοικίας

Μία επιπλέον άσκηση ισορροπίας τρόμου αποτελούν οι κατοικίας για την κυβέρνηση, που διακηρύσσει ότι θέλει να εξαντλήσει την τετραετία αλλά ετοιμάζεται διά παν… φθινοπωρινό ενδεχόμενο καθώς η ακρίβεια έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για ακόμα έναν δύσκολο χειμώνα.

Με τον πληθωρισμό να έχει σπάσει το φράγμα του 10%, πλήττοντας κυρίως χαμηλά και μεσαία εισοδήματα (τα νοικοκυριά με μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 751-1.100 ευρώ δαπανούν το 27,1% και το 13,6% του εισοδήματός τους για διατροφή και ενέργεια αντίστοιχα), και το κόστος στέγασης συνεχώς να ανεβαίνει, το ιδιωτικό χρέος βαίνει με σπασμένα φρένα προς τα 300 δισ. ευρώ καθώς οι πολίτες αλλάζουν τις προτεραιότητες στις πληρωμές τους: πρώτα οι λογαριασμοί ρεύματος, μετά οι τράπεζες –κυρίως τα στεγαστικά– και στο τέλος η Εφορία. Οι «πλούσιοι» που κατέχουν Ι.Χ. γεμίζουν το ρεζερβουάρ (στην Αττική) με 2,3 ευρώ/λίτρο και πρέπει να είναι και ευχαριστημένοι.

Είναι εύκολα αντιληπτό για όποιον θέλει να δει… ολιστικά την κατάσταση της οικονομίας και της κοινωνίας ότι αυτό δεν μπορεί να στηριχτεί ουσιαστικά και μεσοπρόθεσμα με έκτακτα επιδόματα καθώς «λεφτόδεντρα» δεν υπάρχουν. Και κυρίως, δεν υπάρχουν «ολιστικές» πολιτικές στήριξης των πολιτών που θα αντιμετωπίσουν χρόνιες παθογένειες, όπως η κραυγαλέα απουσία στεγαστικής πολιτικής και ουσιαστικής προστασίας του δικαιώματος στην κατοικία.

Η προδιαγεγραμμένη έξοδος της χώρας από την Ενισχυμένη Εποπτεία και η παράταση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής το 2023 ενδεχομένως να δίνουν δυνατότητες ελιγμών στην κυβέρνηση, ωστόσο τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα και άμεσο θετικό και ουσιαστικό αποτύπωμα στην καθημερινότητα δεν αναμένεται να έχουν.

Μέσα σ’ αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα η κυβέρνηση καλείται μεταξύ άλλων να διαχειριστεί την επιστροφή στην κανονικότητα των πλειστηριασμών, που συντελούνται ήδη από το περασμένο φθινόπωρο, ύστερα από πολύμηνο οριζόντιο «πάγωμα» λόγω πανδημίας και ενώ έχει συσσωρευτεί ένα τεράστιο απόθεμα πλειστηριασμών που έχουν αναβληθεί.

Η κυβέρνηση θα ήθελε να «παγώσει» τους πλειστηριασμούς για όλη τη διάρκεια της άτυπης προεκλογικής περιόδου στην οποία έχουμε εισέλθει ώστε να αποφύγει ακόμα ένα πεδίο δυσαρέσκειας, αφού οι , όσο… προσεκτικοί και ανώδυνοι κι αν είναι, αποτελούν κερασάκι στη διόλου γευστική «τούρτα» της ακρίβειας και του πληθωρισμού.

Σε άλλες εποχές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η κυβέρνηση θα μπορούσε να ασκήσει μεγάλες πιέσεις στις τράπεζες και στους servicers, στα χέρια των οποίων βρίσκεται πλέον ο μεγαλύτερος όγκος των «κόκκινων» δανείων, ώστε να τραβήξουν χειρόφρενο.

Ωστόσο, με τις τιτλοποιήσεις των «κόκκινων» δανείων και την ένταξή τους στο πρόγραμμα «Ηρακλής», μέσω του οποίου δίνεται εγγύηση, έναντι ετήσιας αμοιβής, στους senior τίτλους, οι servicers πρέπει να επιτύχουν τους στόχους ανάκτησης που περιγράφονται στα δεσμευτικά επιχειρησιακά σχέδια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αν δεν είχαν γίνει τιτλοποιήσεις ή το πρόγραμμα «Ηρακλής» δεν θα γίνονταν πλειστηριασμοί ή ότι στο σφυρί βγαίνουν περιουσιακά στοιχεία μόνο για οφειλές προς τις τράπεζες. Πλειστηριασμοί γίνονται και για χρέη προς το Δημόσιο ή προς τρίτους.

♦️ Διαβάστε επίσης: «Οι υπερχρεωμένοι ζουν στον φόβο και στην ντροπή» ♦️

Oπως αναφέρεται στην τελευταία έκθεση Χρηματοπιστωτικών Σταθερότητας της ΤτΕ, από τα δανειακά ανοίγματα που τιτλοποιήθηκαν προβλέπεται να εισπραχθεί κατά μέσο όρο το 72,7% των αρχικών. Το ποσοστό είσπραξης διαμορφώνεται με βάση τις προγραμματισμένες στρατηγικές για τη διαχείριση των ανοιγμάτων, με το 58,6% να προέρχεται από τη διενέργεια ρυθμίσεων, το 35,6% από εισπράξεις από ρευστοποιήσεις και την εύρεση συναινετικής λύσης και τέλος το 5,5% από τις απλές εισπράξεις. Σύμφωνα με τοn διευθύνοντα σύμβουλο της CEPAL, Θεόδωρο Αθανασόπουλο, σε ετήσια βάση πρέπει να διενεργούνται 40.000-50.000 πλειστηριασμοί ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι των επιχειρησιακών σχεδίων των εταιρειών διαχείρισης.

Aπό την πλευρά του ο πρόεδρος της Ενωσης των servicers και διευθύνων σύμβουλος της DoValue, Τάσος Πανούσης, επαναλαμβάνει ότι «η αναγκαστική εκτέλεση δεν είναι ούτε ο στόχος ούτε το συμφέρον ούτε η επιδίωξή μας. Οχι απλώς δεν αποτελεί προτεραιότητα, αλλά είναι η έσχατη λύση. Χωρίς την ύπαρξή της, όμως, δημιουργείται μια αίσθηση θεσμικής χαλαρότητας σε εκείνους ακριβώς που θέλουν να αποφύγουν υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβαν και μπορούν να εκπληρώσουν».

Στην τελευταία, 14η Εκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εστιάζοντας στην κληρονομιά του ιδιωτικού μη εξυπηρετούμενου χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου έφυγε από τις τράπεζες κυρίως μέσω του «Ηρακλή» αλλά παραμένει στην οικονομία, σημειώνει ότι το κύριο βάρος της επίλυσης του βρίσκεται στους servicers που διαχειρίζονται 79,7 δισ. ευρώ «κόκκινων» δανείων (τέλος 2021). «Η πανδημία έχει περιπλέξει την ομαλή εκτέλεση των επιχειρηματικών σχεδίων για ορισμένα από τα τιτλοποιημένα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το νέο εργαλείο εξωδικαστικής ρύθμισης αναμένεται επίσης να διευκολύνει τις προσπάθειες των servicers να επιτύχουν τους στόχους των business plans», λέει η Κομισιόν.

Είναι σαφές ότι οι πλειστηριασμοί θα γίνουν και θα αφορούν και πρώτη κατοικία. Είναι βέβαιο ότι θα δούμε δράματα και ξεσπιτώματα τα επόμενα χρόνια, αν και σε έναν βαθμό θα αποφευχθούν όταν και όποτε αρχίσει να λειτουργεί ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων που αφορά τους ευάλωτους που πτωχεύουν. Και θα μάθουμε να ζούμε με τους πλειστηριασμούς και τον πτωχευτικό κώδικα όπως μάθαμε να ζούμε με υποστελεχωμένα νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια. Τα μέτρα «ασπιρίνες», επιδοματικού χαρακτήρα, που αφορούν κυρίως τους πολύ ευάλωτους δεν είναι τίποτα περισσότερο από σήκωμα του χαλιού για να κρυφτεί το βασικό πρόβλημα: χαμηλοί μισθοί, δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος, αύξηση του κόστους ζωής και «πληρωμή» των αμαρτιών του παρελθόντος από τους ίδιους και τους ίδιους.

Το «πάγωμα» ή ο περιορισμός των πλειστηριασμών δεν μπορεί και δεν είναι η «ολιστική» λύση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους. Ούτε μπορεί να «υποκαταστήσει» την απουσία στεγαστικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο μετά και τη διάλυση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας/Εστίας και την ευθύνη της οποίας δεν μπορούν να έχουν ούτε οι τράπεζες ούτε οι servicers, που είναι επιχειρήσεις και στοχεύουν στο κέρδος, αλλά η συντεταγμένη πολιτεία. Της δικής της πολιτικής αναπηρίας και κοινωνικού κυνισμού είναι όμηροι οι δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες που βρίσκονται σε οδυνηρή αναμονή της απώλειας της κατοικίας τους, που προς το παρόν απλώς αναβάλλεται.

«Η οριζόντια προστασία δεν είναι λύση», λένε οι εταιρείες διαχείρισης

Το ζητούμενο για όλους –κυρίως για τους δανειολήπτες– είναι να θεραπευτούν τα «κόκκινα» δάνεια, να γίνουν ξανά ενήμερα ώστε να αποκατασταθεί η πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποβοηθηθεί η εκπλήρωση των επιχειρηματικών πλάνων που φέρουν την εγγύηση του Δημοσίου, πράγμα που θα προστατεύσει τον Ελληνα φορολογούμενο και θα ενισχύσει την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, σημειώνει ο Τ. Πανούσης, πρόεδρος της Ενωσης των Εταιρειών Διαχείρισης Κόκκινων Δανείων.

Μέσω των servicers πέρυσι μόνο δάνεια άνω των 2,8 δισ. ευρώ αναταξινομήθηκαν ως «εξυπηρετούμενα» και επανήλθαν στα υγιή τραπεζικά χαρτοφυλάκια. Εκτιμάται ότι μόνο από τις τιτλοποιήσεις θα ρυθμιστούν και θα καταστούν ενήμερα δάνεια 15 δισ. ευρώ.

«Η επιλογή, ο στόχος και η επιχειρηματική μας προτίμηση είναι βέβαια η εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Την τελευταία διετία ρυθμίσαμε περισσότερα από 160.000 δάνεια, ύψους πάνω από 5,5 δισ. € και οι αριθμοί αυτοί αφορούν αποκλειστικά χαρτοφυλάκια που έχουν μεταβιβαστεί και βρίσκονται εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Σε πολλές –στις περισσότερες– περιπτώσεις οι λύσεις που δώσαμε περιλάμβαναν και άφεση χρέους», ανέφερε πρόσφατα σε συνέδριο ο Τάσος Πανούσης. Και τόνισε ότι οι servicers θεωρούν σημαντικό να υπάρχει ένα αποτελεσματικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας για τις στεγαστικές ανάγκες των ευάλωτων νοικοκυριών.

«Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών προστασίας αποτελεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα διακριτό ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αντίστοιχων ζητημάτων δεν μπορεί να έρθει μέσα από οριζόντιες προσεγγίσεις προστασίας και αναστολής των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως έγινε στο παρελθόν με τον νόμο Κατσέλη», είπε ο πρόεδρος της Ενωσης των Servicers.

Η χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος και τις τράπεζες

Οι διαχρονικές ευθύνες του πολιτικού και του τραπεζικού συστήματος για την αλόγιστη πιστωτική επέκταση «τις εποχές των παχιών αγελάδων», που στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξαν, και η μη υιοθέτηση πολιτικών έγκαιρης αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους και ειδικότερα των «κόκκινων» δανείων -με τους «θεσμούς» να φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης μιας και είχαν το πάνω χέρι για περισσότερο από δέκα χρόνια- είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο της κοινωνικής συνοχής. Ο νόμος Κατσέλη/Σταθάκη προστάτευσε χιλιάδες δανειολήπτες, όμως η προβληματική εφαρμογή του έδωσε καταφύγιο σε στρατηγικούς κακοπληρωτές και κράτησε σε ομηρία χιλιάδες δανειολήπτες που περίμεναν για πολλά χρόνια την εκδίκαση της υπόθεσής τους.

Ο Πτωχευτικός Κώδικας με τον οποίον πορευόμαστε πλέον έχει στόχο να λύσει -όχι ανώδυνα- το πρόβλημα της υπερχρέωσης και ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός να δώσει βιώσιμες ρυθμίσεις αποπληρωμής. Μακάρι η κυβέρνηση να προχωρούσε με την ίδια σπουδή στη δημιουργία ενός πλαισίου κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής πριν φτιάξει τον νέο Πτωχευτικό, «κομμάτι» του οποίου είναι ο Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων που θα δημιουργηθεί και απλώς αποτρέπει την έξωση των ευάλωτων από το σπίτι που θα χάσουν όταν πτωχεύσουν, διαμένοντας πλέον ως νοικάρηδες με την επιδότηση του κράτους.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κυρίως το κράτος δεν έχουν κερδίσει τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών, ώστε να στραφούν μαζικά σε αυτούς τους δύο πυλώνες και να λύσουν το πρόβλημα της υπερχρέωσης. Ετσι είτε καταφεύγουν σε λύσεις «πελατειακού κράτους», είτε γίνονται βορά επιτήδειων, είτε μάταια προσπαθούν να κρύψουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί.

Από την άλλη πλευρά το σύστημα, παρά την όποια πρόοδο, αδυνατεί να ξεχωρίσει ποιος έχει πραγματική ανάγκη προστασίας από τον πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα του επιτρέπει να έχει ένα εισόδημα ώστε να διαβιώνει αξιοπρεπώς.

Ανάχωμα σε όλη αυτή την κατάσταση είναι σε σημαντικό βαθμό η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους μέσω των 52 Κέντρων Εξυπηρέτησης των Δανειοληπτών: από τον Μάρτιο του 2017 μέχρι τον Απρίλιο του 2022 εξυπηρετήθηκαν 62.361 πολίτες που έλαβαν εξατομικευμένες συμβουλές.

Το στοίχημα για τη νέα ειδική γραμματέα, Μαριαλένα Αθανασοπούλου (διαδέχτηκε τον Φώτη Κουρμούση πριν από λίγους μήνες), είναι να βελτιωθούν, να γίνουν πιο λειτουργικές για τους πολίτες οι πλατφόρμες (Εξωδικαστικού, έγκαιρης προειδοποίησης που εντοπίζει ενδεχόμενα προβλήματα αποπληρωμής), ώστε το νέο πλαίσιο του Πτωχευτικού να γίνει «game changer» για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.

Η ακτινογραφία των «κόκκινων» δανείων το 2021

■ To συνολικό απόθεμα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) έχει διαμορφωθεί σε 18,4 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 61% ή 28,8 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2020 (47,2 δισ. ευρώ).

■ Το σύνολο των δανείων είναι 144,1 δισ. ευρώ. Το ποσοστό των ΜΕΔ είναι 12,8%, εκ των οποίων αβέβαιης είσπραξης 6,5 δισ. ευρώ (35%), το 31% είναι σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, δηλαδή «κόκκινα», και το 33% είναι καταγγελμένες απαιτήσεις.

■ Τα δάνεια των νοικοκυριών είναι 39,8 δισ. ευρώ με το 12,2% ΜΕΔ. Τα στεγαστικά ανέρχονται σε 31,9 δισ. ευρώ και τα μη εξυπηρετούμενα αντιπροσωπεύουν το 10,4%. Από τα ΜΕΔ το 53% είναι αβέβαιης είσπραξης, το 27% «κόκκινα» και το 20% καταγγελμένα.

Η συνολική αξία των ανοιγμάτων που διαχειρίζονται οι servicers ανέρχεται σε 85,6 δισ. ευρώ με στοιχεία Δεκεμβρίου 2021. Το 96% αυτών αφορά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (το 81% καταγγελμένα). Το 51% είναι επιχειρηματικά δάνεια και ακολουθούν το χαρτοφυλάκιο καταναλωτικής πίστης (26%) και το χαρτοφυλάκιο στεγαστικής πίστης (23%).

Πηγή: ΤτΕ – Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Μάιος 2022)

36.000 πλειστηριασμοί μέχρι το τέλος του έτους

Για να φτάσει ένα δάνειο να «κοκκινίσει», δηλαδή να μην εξυπηρετείται για περισσότερες από 90 μέρες, να καταγγελθεί και να φτάσει η ώρα που θα χτυπήσει το «ηλεκτρονικό σφυρί» χρειάζονται στην καλύτερη περίπτωση τρία χρόνια. Είναι λοιπόν σαφές ότι οι πλειστηριασμοί που θα «σκάσουν» τους επόμενους μήνες θα αφορούν κατά κύριο λόγο χρονίζουσες περιπτώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις πριν από μερικές ημέρες ολοκληρώθηκε ο πλειστηριασμός του εμβληματικού ακινήτου του Λάκη Γαβαλά στην Κάντζα Αττικής έναντι 9.000.000 ευρώ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βγαίνουν στο σφυρί ακίνητα πολύ μικρότερης αξίας. Φαίνεται πάντως ότι υπό την πίεση των τιτλοποιήσεων ο βαρύς πέλεκυς του πλειστηριασμού έπεσε πάνω σε κατέχοντες που πριν από μερικά χρόνια έμοιαζε αδιανόητο ότι θα αγγιχτούν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας eauction.gr για το διάστημα από τις αρχές του χρόνου μέχρι τις 31/12/2022 έχουν ήδη αναρτηθεί προς διεξαγωγή 26.802 πλειστηριασμοί, εκ των οποίων οι 26.479 αφορούν ακίνητα κάθε είδους, από μεγάλα εμπορικά ακίνητα, ξενοδοχεία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις μέχρι διαμερίσματα, χωράφια (σε αρκετές περιπτώσεις ποσοστό επί της ιδιοκτησίας), θέσεις πάρκινγκ και αποθήκες. Αλλά και κινητά όπως… μια επικαθήμενη καρότσα, κοινή, μη ανατρεπόμενη, Δ.Χ., ή ένα καρότσι μεταφοράς, με τιμή πρώτης προσφοράς τα 34,00 ευρώ με τον επισπεύδοντα να είναι ιδιώτης/εταιρεία. Σύμφωνα με στοιχεία του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών-Πειραιώς- Αιγαίου, έως το τέλος του έτους θα αναρτηθούν περίπου 10.000 επιπλέον πλειστηριασμοί, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε πάνω από 36.000.

Σημειώνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις ακίνητα πολύ μικρής αξίας αποτελούν μέρος μεγαλύτερου πλειστηριασμού, όμως για τυπικούς λόγους το «ηλεκτρονικό σφυρί» χτυπάει ξεχωριστά. Για παράδειγμα, για τον πλειστηριασμό ενός διαμερίσματος που διαθέτει αποθήκη στο υπόγειο το «ηλεκτρονικό σφυρί» μπορεί να χτυπήσει δύο φορές.

Ετσι, από τους 12.869 πλειστηριασμούς που έχουν ολοκληρωθεί από τις αρχές του χρόνου στους 2.951 η τιμή 1ης προσφοράς ήταν μέχρι 10.000 ευρώ. Στο 80% των περιπτώσεων επισπεύδοντες είναι servicers και τράπεζες, που θέτουν προτεραιότητες με βάση την αξία και την εμπορευσιμότητα των ακινήτων. Το ποσοστό των «γόνιμων» πλειστηριασμών δεν ξεπερνά το 40%.

Από τότε που άνοιξε η πλατφόρμα των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών έχουν γίνει πάνω από 32.000 πλειστηριασμοί (9.200 το 2018, 16.500 το 2019, 9.900 το 2020 και 1.920 το 2021) και οι 10.600 από αυτούς αφορούσαν κατοικίες. Τέλος, εφόσον ξεκινήσει -σε 15 μήνες- ο Φορέας Πώλησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων, εκτιμάται ότι στα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας του θα ενταχθούν στην ομπρέλα του περίπου 12.000 ακίνητα.

 

Αρχική δημοσίευση