Οι δηλώσεις της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου επιφύλαξαν εκπλήξεις για τις αγορές, καθώς εκλήφθηκαν ως προάγγελος πιθανής επιτάχυνσης της εξόδου της Τράπεζας από το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού, ενδεχόμενο που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για αύξηση των επιτοκίων πριν από το τέλος του έτους (φωτ. EPA).

Σε συμφωνία με τις προσδοκίες της αγοράς, η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου την Πέμπτη. Ωστόσο, οι δηλώσεις της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου επιφύλαξαν εκπλήξεις για τις αγορές, καθώς εκλήφθηκαν ως προάγγελος πιθανής επιτάχυνσης της εξόδου της Τράπεζας από το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού, ενδεχόμενο που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για αύξηση των επιτοκίων πριν από το τέλος του έτους. Συγκεκριμένα, μετά την απρόσμενη νέα αύξηση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης σε νέο ιστορικά υψηλό 5,1% τον Ιανουάριο –εκτίμηση που ανακοινώθηκε μία ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ– η κυρία Λαγκάρντ παραδέχθηκε ότι η απότομη άνοδος του δείκτη τιμών καταναλωτή τους τελευταίους μήνες έχει ανησυχήσει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο πληθωρισμός, σύμφωνα με την κυρία Λαγκάρντ, ενδεχομένως να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο από το αρχικώς προβλεπόμενο διάστημα, με τους κινδύνους, αναφορικά με τις προοπτικές του, να είναι περισσότερο ανοδικοί, ιδίως στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. H πρόεδρος της ΕΚΤ απέφυγε να απαντήσει σε σχετική ερώτηση εάν αποκλείει το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων το τρέχον έτος, αλλά τόνισε ότι η Τράπεζα είναι έτοιμη να αναπροσαρμόσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2,0% μεσοπρόθεσμα.

Το σαφώς πιο «επιθετικό» από το αναμενόμενο ύφος των δηλώσεων της κυρίας Λαγκάρντ, σε συνέχεια της ανακοίνωσης της Τράπεζας της Αγγλίας (ΒοΕ), λίγη ώρα νωρίτερα, για νέα αύξηση στα επιτόκια λόγω διατήρησης των πληθωριστικών πιέσεων, ταυτόχρονα με υψηλό βαθμό στενότητας στην αγορά εργασίας, ενέτεινε την ανοδική πίεση στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών κυβερνητικών ομολόγων σε όλη την καμπύλη. Ανοδο σημείωσαν και οι αποδόσεις των αμερικανικών τίτλων τις τελευταίες ημέρες της εβδομάδας που διανύσαμε. Εντούτοις, έχοντας ήδη προεξοφλήσει σε κάποιο βαθμό το ενδεχόμενο υιοθέτησης από τη Fed μιας πιο επιθετικής από τη μέχρι πρότινος αναμενόμενη νομισματική πολιτική αναφορικά με την πορεία των επιτοκίων το τρέχον έτος και εν αναμονή των στοιχείων απασχόλησης εκτός γεωργικού τομέα των ΗΠΑ την Παρασκευή, η αύξηση ήταν σχετικά περιορισμένη. Ως αποτέλεσμα, τα διαφορικά αποδόσεων των γερμανικών ομολόγων μακροπρόθεσμης διάρκειας έναντι των αντίστοιχων αμερικανικών τίτλων μειώθηκαν σημαντικά, ωθώντας την ισοτιμία ευρώ/δολ. πάνω από το επίπεδο 1,1450 για πρώτη φορά από τα μέσα Ιανουαρίου, μετά από πτώση στο χαμηλότερο επίπεδο για το τρέχον έτος 1,1119 την προηγούμενη Παρασκευή, στον απόηχο της συνεδρίασης νομισματικής πολιτικής της Fed.

* Tομέας Οικονομικής Ανάλυσης & Ερευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Εurobank.

Αρχική δημοσίευση