Ο Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον – σε πρώτο πλάνο) αποφασίζει πως δεν θέλει πια να μιλάει στον κολλητό του φίλο, Πάντρικ (Κόλιν Φάρελ). Η ένταση σταδιακά θεριεύει στο (επινοημένο) νησάκι του Ινισέριν, όπου τα πάντα κυλούν ειρηνικά και προβλέψιμα έως ανίας, ενώ ο εμφύλιος μαίνεται στην υπόλοιπη Ιρλανδία, το 1923. Φωτ. 2022 20th Century Studios All Rights Reserved

Τα πνεύµατα του Ινισέριν ★★★★½
∆ΡΑΜΑ (2022)
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Μακ Ντόνα
Ερμηνείες: Κόλιν Φάρελ, Μπρένταν Γκλίσον, Μπάρι Κίογκαν

Το φιλμ, που έχει προταθεί για εννέα Οσκαρ, λειτουργεί ως προφα- νής αλληγορία πάνω στα δεινά του εμφυλίου – o παραλογισμός, η καταστροφή, οι παράπλευρες απώλειες είναι όλα εκεί.

 

Μία από τις δύο-τρεις κορυφαίες ταινίες της χρονιάς, υποψήφια για εννέα Οσκαρ, έρχεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες. Ο σπουδαιότερος ίσως σύγχρονος σεναριογράφος του δυτικού σινεμά, Μάρτιν ΜακΝτόνα («Οι τρεις πινακίδες έξω από το Εμπινγκ, στο Μιζούρι»), δημιουργεί εδώ έναν μοναδικό μύθο που μοιάζει άχρονος και μαζί άριστα τοποθετημένος στο ιστορικό του πλαίσιο. Βρισκόμαστε στο 1923 και ο εμφύλιος πόλεμος μαίνεται στη ενδοχώρα της Ιρλανδίας. Απέναντι ωστόσο, στο (επινοημένο) νησάκι του Ινισέριν, τα πάντα κυλούν ειρηνικά και προβλέψιμα έως ανίας. Μέχρι τουλάχιστον ο Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον) να αποφασίσει πως δεν θέλει πια να μιλάει στον κολλητό του φίλο, Πάντρικ (Κόλιν Φάρελ), και η ένταση να ξεκινήσει να θεριεύει. Σύντομα στο παιχνίδι θα μπει και ο περίγυρος, με πρώτους τον ατσούμπαλο νεαρό Ντόμινικ (Μπάρι Κίογκαν) και την καλόκαρδη αδελφή του Πάντρικ, Σιβόν (Κέρι Κόντον), καθώς η κατάσταση σταδιακά ξεφεύγει από τον έλεγχο και το πρώτο… αίμα κυλάει.

Ο ΜακΝτόνα κατασκευάζει ένα φιλμ πολλαπλών επιπέδων, καλώντας τον θεατή να τα εξερευνήσει σύμφωνα με τις διαθέσεις του. Στο πρώτο πλάνο έχουμε ένα κλασικό ανδρικό bromance, το οποίο φτάνει στο τέλος του δίχως φανερή αιτία, αλλά με τρόπο ξεκάθαρα κωμικοτραγικό. Μη μπορώντας να κατανοήσει πώς ο φίλος του τον εγκαταλείπει ξαφνικά, ο Πάντρικ κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες επανασύνδεσης, μέχρι που ο άλλος παίρνει δραστικά, σοκαριστικά μέτρα. Οι διάλογοι των δύο, κάπου ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και στο απόλυτο δράμα, είναι απλώς απολαυστικοί, με τους Φάρελ και Γκλίσον να συνθέτουν ξανά το απίθανο δίδυμο που είδαμε και στην «Αποστολή στην Μπριζ».

Σε δεύτερο επίπεδο, το φιλμ λειτουργεί ως προφανής αλληγορία πάνω στα δεινά του εμφυλίου πολέμου. Ο παραλογισμός, η καταστροφή, οι παράπλευρες απώλειες είναι όλα εκεί, μαζί με τον πανταχού παρόντα θάνατο –ή την απόκοσμη γριούλα με το καμάκι, κατά ΜακΝτόνα– διαταράσσοντας την αρμονία ενός κατά τα άλλα μαγευτικά άγριου τοπίου, μέσα στο οποίο τοποθετείται η δράση. Αν, τέλος, κάποιος «σκάψει» ακόμη περισσότερο, θα βρει τη μελαγχολική συνειδητοποίηση μιας απόλυτης μοναξιάς, αυτής της δύναμης που αντιστέκεται σταθερά στην κοινωνική φύση του ανθρώπου. Και σίγουρα θα θαυμάσει την ιδιοφυΐα ενός έργου βαθιά τραγικού, το οποίο περιέργως σε κάνει να γελάς σχεδόν σε όλη τη διάρκειά του.



Αρχική δημοσίευση