O εννεαμελής Χορός, παλλόμενος και κινούμενος επί δύο ώρες, κρίνει τη δράση, μιλάει για την εκδίκηση που τρέφει την εκδίκηση. O Αγαμέμνονας «βγήκε» από τον Χορό, όπως και ο Αγγελιοφόρος και η Κασσάνδρα. Φωτ. ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΣΚΑΦΙΔΑΣ

Καθήλωσε το κοινό ο «Αγαμέμνων» σε σκηνοθεσία Ulrich Rasche από το Residenztheater, που παρουσιάστηκε την περασμένη Παρασκευή και Σάββατο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Ενας μαύρος μεταλλικός δίσκος (σκηνικά του σκηνοθέτη) καταλάμβανε τον χώρο της ορχήστρας. Πάνω του ένα ορθογώνιο πατάρι με τέσσερις μουσικούς στα ντεκ χώριζε τον δίσκο σε δύο μέρη. Πίσω από την ορχήστρα, τρία ορθογώνια πάνελ «απομόνωναν» το θέατρο από τον γύρω χώρο. Δέκα πρόσωπα ντυμένα στα μαύρα (βερμούδες και τζιν, με την αμφίεση να φέρει στοιχεία πανκ – κοστούμια της Romy Springsguth), με θωριά που απέπνεε δυναμισμό, περίμεναν να πάρουν τη θέση τους στη σκηνή.

Καθώς το σκοτάδι έπεφτε, ο δίσκος άρχισε να περιστρέφεται. Ο εννεαμελής Χορός –έξι άνδρες, τρεις γυναίκες– κατέλαβε το ένα μέρος και η Κλυταιμνήστρα (Pia Handler) το άλλο. Περπατούν, αλλά η κίνηση του δίσκου «ρουφάει» τη δική τους. Περπατούν σημειωτόν, όπως άλλωστε και η πόλη που ζει αναμένοντας με αγωνία τις εξελίξεις από την Τροία. «Γιάτρεψε τον φόβο, δώσε τροφή στην ελπίδα», ζητεί ο Χορός από την Κλυταιμνήστρα, παλλόμενος και κινούμενος επί δύο ώρες (διεύθυνση Χορού: Jürgen Lehmann), καθώς διηγείται τα δεινά του πολέμου, κρίνει τη δράση, μιλάει για το μίασμα, για την εκδίκηση που τρέφει την εκδίκηση. Η επιστροφή του βασιλιά του Αργους θα σηματοδοτήσει ένα νέο αιματηρό κεφάλαιο βίας στην ιστορία των Ατρειδών, όταν ο ίδιος πέφτει θύμα δολοφονίας από τη γυναίκα του, Κλυταιμνήστρα.

Επί δύο ώρες ο θίασος κατάφερε να συντονίσει τους θεατές στον ρυθμό του λόγου, της μουσικής, της κίνησης.

Οι φωτισμοί (του Gerrit Jurda), που άλλαζαν συνεχώς, στα χρώματα του κόκκινου, του κίτρινου και του λευκού του πάγου, ήταν από τα κυρίαρχα στοιχεία για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας του δράματος. Επίσης, η δωρική μουσική (του Nico van Wersch, ο οποίος διηύθυνε τους μουσικούς καθώς η μουσική εκτελέστηκε ζωντανά) καθήλωνε, τονίζοντας τα στοιχεία θρίλερ που φέρει η ιστορία του «Αγαμέμνονα», το πρώτο μέρος της αισχύλειας «Ορέστειας».

Η Κλυταιμνήστρα ήταν η μόνη που κινήθηκε ξεχωριστά από τον θίασο, καθώς ο Αγαμέμνων (Thomas Lettow) «βγήκε» από τον Χορό, όπως και ο Αγγελιαφόρος και η Κασσάνδρα, που ερμηνεύθηκαν από τριάδα ηθοποιών. «Στριφογυρίζει ο φόβος σαν μαύρο πουλί», λέει ο Χορός, και τα τρία πάνελ του σκηνικού φωτίζονται κόκκινα, προμηνύοντας τα μελλούμενα μέσα στο παλάτι με τη δολοφονία του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας από το χέρι της βασίλισσας.

Λίγο αργότερα η Κλυταιμνήστρα, γυμνή, κουβάλησε τα δύο πτώματα πάνω σε ένα μαύρο ιστίο για να ανοίξει δύο νέους κύκλους της τραγωδίας, της εκδίκησης από τον Ορέστη και την Ηλέκτρα, και της λύτρωσης-δικαιοσύνης με την εγκαθίδρυση του θεσμού του Αρείου Πάγου από την Αθηνά.

Επί δύο ώρες ο θίασος συνεπήρε τους θεατές, καθώς κατάφερε να τους συντονίσει στον ρυθμό του λόγου, της μουσικής, της κίνησης. Ο «Αγαμέμνων» του Ulrich Rasche –τον παρακολούθησαν περί τους συνολικά 6.000 θεατές και τις δύο ημέρες– εγγράφεται στις παραστάσεις που θα αφήσουν το ίχνος τους στη νεότερη ιστορία των Επιδαυρίων. Ηταν μια ολοκληρωμένη πρόταση/άποψη πάνω στο αρχαίο δράμα, συμπαγής και ταυτόχρονα ρέουσα.



Αρχική δημοσίευση