Το 58% των καταναλωτών αναφέρει ότι έχει ήδη περικόψει τα απαραίτητα, ενώ το 35% στρέφεται στις αποταμιεύσεις του και στις τράπεζες για να λάβει δάνεια και να πληρώσει τους λογαριασμούς. [REUTERS]

Σχεδόν τα τρία τέταρτα των Ευρωπαίων καταναλωτών περικόπτουν τις δαπάνες για καθημερινά είδη, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων, ώστε να κατορθώσουν να τα βγάλουν πέρα εν μέσω επιδεινούμενης κρίσης στο κόστος διαβίωσης. Σύμφωνα με νέα έρευνα, η οποία διεξήχθη σε έξι βασικές αγορές της Γηραιάς Ηπείρου, 71% των καταναλωτών έχουν ήδη κάνει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που ψωνίζουν, επειδή αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, ο οποίος εκτινάσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα για τα τελευταία 40 χρόνια. Η έκθεση της IRI, εταιρείας ανάλυσης δεδομένων και ερευνών αγοράς, αποκάλυψε επίσης ότι το 58% των καταναλωτών ήδη αναφέρει ότι έχει περικόψει τα απαραίτητα, ενώ το 35% στρέφεται στις αποταμιεύσεις του και στις τράπεζες για να λάβει δάνεια και να πληρώσει τους λογαριασμούς. «Είναι προφανές ότι η προθυμία των καταναλωτών να ξοδέψουν δέχεται πλήγμα και η τάση είναι πιθανό να επιδεινωθεί, διότι ενδέχεται να υπάρξουν περαιτέρω απότομες αυξήσεις των τιμών λόγω του υψηλού κόστους εισροών και της ασταθούς τιμής της ενέργειας», δήλωσε η Ανάντα Ρόι, πρώτη τη τάξει αντιπρόεδρος παγκοσμίων υποθέσεων της IRI.

Το 71% των καταναλωτών έχει ήδη κάνει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που ψωνίζει, λόγω του πληθωρισμού.

Οι αυξανόμενες τιμές των τροφίμων, των καυσίμων και του ηλεκτρικού ρεύματος κατατρώγουν τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών σε όλη την Ευρώπη, ενώ οι καθυστερημένες προμήθειες ενέργειας από τη Ρωσία αναγκάζουν τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία να προετοιμαστούν για πιθανές διακοπές λειτουργίας στο δίκτυο ηλεκτροδότησης μέσα στον χειμώνα. Σε ολόκληρη την ήπειρο η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει κοντά σε ιστορικά χαμηλότατα επίπεδα, ενώ διατυπώνονται ολοένα και συχνότερα φόβοι ότι η Ευρωζώνη οδεύει προς ύφεση. Η σοβαρή «κόπωση από τον πληθωρισμό» που αντιμετωπίζει ο Ευρωπαίος καταναλωτής, τον αναγκάζει να ακολουθήσει διαφορετικές τακτικές αντιμετώπισής του, οι οποίες, όπως επισημαίνει η Ανάντα Ρόι, τελευταία είχαν παρατηρηθεί στις δεκαετίες λιτότητας του 1970 και του 1980. Αυτές περιλαμβάνουν την απώλεια γευμάτων, τη μετάβαση σε αλυσίδες παντοπωλείων με έκπτωση, την αγορά ειδών ιδιωτικής ετικέτας και προϊόντων σε προσφορά ή με μειωμένη τιμή, καθώς και προϊόντα που έχουν λήξει. Ενώ τα προϊόντα εκτός εποχής που είναι διαθέσιμα όλο τον χρόνο, μπορεί να εξακολουθούν να είναι προσβάσιμα από εύπορους πελάτες, η γκάμα των ειδών που προσφέρονται στις αλυσίδες των σούπερ μάρκετ, και απευθύνονται στα μεσαία έως και τα κατώτατα εισοδήματα, θα περιοριστεί πολύ.

Οι αλλαγές δεν συμβαίνουν μόνο στα ψώνια της εβδομάδας. Λίγο περισσότεροι από τους μισούς Ευρωπαίους στη μελέτη της IRI, στην οποία συμμετείχαν 3.000 άτομα, δήλωσαν ότι σκοπεύουν να παραγγείλουν λιγότερες φορές για παράδοση κατ’ οίκον και το 47% ανέφερε πως θα περιορίσει τις εξόδους σε εστιατόρια, μπαρ ή καφέ. Χωρίς ενδείξεις αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού στο εγγύς μέλλον, οι έμποροι λιανικής και οι καταναλωτές θα πρέπει να συνεχίσουν να προσαρμόζονται. «Υπάρχουν πολλές δύσκολες αποφάσεις που θα κληθούν να λάβουν οι καταναλωτές, ενώ οι λιανέμποροι και οι εταιρείες επώνυμων προϊόντων θα πρέπει να εντρυφήσουν με σοβαρότητα στο πώς θα ανταποκριθούν στις ανάγκες τους», δήλωσε εν κατακλείδι η Ανάντα Ρόι.



Αρχική δημοσίευση