Συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στο φετινό πακέτο της , το οποίο θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός στις 10 Σεπτεμβρίου, ενώ επιπλέον στήριξη εξετάζεται να δοθεί και για τις ευάλωτες κατηγορίες πληθυσμού, πιθανώς με μια νέα «επιταγή ακρίβειας».

Οι δύο βασικές εξαγγελίες που έχουν ήδη αποφασιστεί και ουσιαστικά προαναγγελθεί, αν και όχι στις λεπτομέρειές τους, είναι η αύξηση των συντάξεων το 2023 για πρώτη φορά μετά 12 χρόνια και η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, μετά τους ιδιωτικούς και στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και στους συνταξιούχους, επίσης από το 2023. Ετσι, το διόλου αμελητέο αυτό κομμάτι του εκλογικού σώματος επανέρχεται στο προσκήνιο σε μια εκλογική χρονιά, όπως θα είναι η επόμενη.

Διόλου αμελητέο, βεβαίως, είναι και το κόστος των δύο αυτών μέτρων:

1. Η αύξηση των συντάξεων υπολογίζεται ότι θα είναι της τάξης του 6%-6,5% και σε αυτή την περίπτωση θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό με περίπου 600 εκατ. ευρώ. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση την παραδοχή των καλοκαιρινών προβλέψεων της Κομισιόν για πληθωρισμό 8,9% και ανάπτυξη 4%. Τώρα, στο οικονομικό επιτελείο ελπίζουν ότι τελικά ο πληθωρισμός ίσως κλείσει χαμηλότερα, όταν θα ετοιμάσουν το νέο μακροοικονομικό σενάριο. Πάντως, δεν θεωρούν πιθανό να υποχωρήσουν οι αυξήσεις των συντάξεων κάτω από 6%.

2. Η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για δημοσίους υπαλλήλους ανέρχεται σε 200 εκατ. ευρώ και για τους συνταξιούχους σε 270 εκατ. ευρώ, συνολικό κόστος 470 εκατ. ευρώ. Για τον ιδιωτικό τομέα, το κόστος του μέτρου –που ισχύει ήδη ως προσωρινό, ενώ από το 2023 γίνεται μόνιμο– φτάνει τα 732 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται ότι η κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης αφορά εισοδήματα πάνω από 12.000 ευρώ.

Με τα παραπάνω, αύξηση συντάξεων και κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης, το όφελος για τους συνταξιούχους το 2023 αθροίζεται σε 870 εκατ. ευρώ.

Αύξηση συντάξεων, κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης στους δημοσίους υπαλλήλους και «επιταγή ακρίβειας» σε ευάλωτους.

Αλλά και για τους δημοσίους υπαλλήλους ενδέχεται να υπάρξει μια επιπλέον ενίσχυση, εφόσον προκριθεί τελικά η κατάργηση της παρακράτησης 1% υπέρ του Ταμείου Πρόνοιας, που σήμερα πληρώνουν. Το μέτρο δεν έχει, πάντως, ακόμη αποφασιστεί.

Η «επιταγή ακρίβειας», εξάλλου, θα κοστίσει πάνω από 300 εκατ. ευρώ, εφόσον είναι ανάλογη με την τελευταία, του Πάσχα, αλλά δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα. Θα δοθεί προς το τέλος του χρόνου και θα είναι το βασικό μέτρο για τη στήριξη των εισοδημάτων του 2022, πέραν της πιθανής επανάληψης του fuel pass για το τελευταίο τρίμηνο και της διεύρυνσης του επιδόματος θέρμανσης.

Σε ό,τι αφορά τους συνταξιούχους, πάντως, το οικονομικό επιτελείο θέλει να τραβήξει κόκκινη γραμμή στα αναδρομικά, περιοριζόμενη στην αποζημίωση όσων έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη και όχι όλων. Επίσης, δεν εξετάζεται, σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές του, νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού θεωρούν ότι αυτή που έχει ήδη γίνει, δηλαδή 4,4 ποσοστιαίες μονάδες, είναι υπεραρκετή. Το κόστος του μέτρου, που θα μονιμοποιηθεί από το 2023, είναι 850 εκατ. ευρώ.

Για τον ιδιωτικό τομέα, προβλέπεται επίσπευση της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού, κάτι που δεν έχει, ωστόσο, δημοσιονομικό κόστος, αν δεν έχει και όφελος για τον προϋπολογισμό.

Το ζήτημα της στέγης

Παράλληλα, στο επιτελείο του πρωθυπουργού επεξεργάζονται και τις ιδέες που είχε αναπτύξει τον περασμένο Μάιο για την προσφορά στέγης σε νέους και δεν αποκλείεται να γίνει σχετική αναφορά από τον ίδιο στη . Στο επίκεντρο βρίσκεται η χορήγηση κινήτρων για την αύξηση της προσφοράς κατοικίας. Εξετάζονται η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου μέσω ΣΔΙΤ, η ανέγερση φοιτητικών εστιών από τα πανεπιστήμια και η χορήγηση κινήτρων για την αξιοποίηση των κλειστών ιδιωτικών ακινήτων ή και αντικινήτρων, σε όσους τα κρατούν κλειστά.

Η απειλή της ύφεσης και το αβέβαιο 2023

Οσο και αν τα έσοδα του Ιουλίου, που θα ανακοινωθούν την ερχόμενη εβδομάδα και θα είναι αρκετά πάνω από τις προβλέψεις, δίνουν ανάσα στον προϋπολογισμό και επιτρέπουν κάποια νέα μέτρα στήριξης, οι αβεβαιότητες για το μέλλον είναι τόσο μεγάλες, που μπορεί να τινάξουν κάθε σχεδιασμό στον αέρα. Τα δυσμενή σενάρια, που περιλαμβάνουν διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας και ύφεση στην Ευρώπη, είναι πολύ πιθανά. Κυβερνητικές πηγές εκτιμούν πλέον ότι οι κεντρικές τράπεζες θα επιλέξουν συνειδητά την ύφεση, έναντι του πληθωρισμού. Και όπως λένε χαρακτηριστικά, η ύφεση στην Ευρώπη, αργά ή γρήγορα, θα αγγίξει και την ελληνική οικονομία, έστω και αν αυτή προς το παρόν διασώζεται χάρη στον τουρισμό. Στο βαρύ αυτό σκηνικό, η κυβέρνηση καλείται να επιδείξει δημοσιονομική σύνεση και να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα τον επόμενο χρόνο, ελπίζοντας να εξασφαλίσει τον επόμενο μεγάλο στόχο της, την επίτευξη επενδυτικής βαθμίδας. Στο οικονομικό επιτελείο υποστηρίζουν ότι «κρατούν πολεμοφόδια» για την αντιμετώπιση πιθανής επιδείνωσης. Ομως, αυτά πρέπει να είναι πολλά. Αρκεί να αναφερθεί ότι στο πρόγραμμα σταθερότητας του περασμένου Απριλίου δεν έχει συμπεριληφθεί στήριξη για τους λογαριασμούς ρεύματος, που είναι βέβαιο ότι θα χρειαστεί. Αυτή τη στιγμή στο υπουργείο Οικονομικών υπολογίζουν μια δαπάνη 200-300 εκατ. τον μήνα για τη στήριξη των λογαριασμών, κάτι που αν συνεχιστεί το 2023 θα εξαφανίσει το προβλεπόμενο πρωτογενές πλεόνασμα 1,1% του 2023. Το αν θα αλλάξει ο στόχος αυτός του 2023, όπως και του 2022 για πρωτογενές έλλειμμα 2% του ΑΕΠ, μένει να φανεί τους προσεχείς δύο μήνες, οπότε και θα κατατεθούν ο συμπληρωματικός προϋπολογισμός για φέτος και το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2023. Προς το παρόν, στο οικονομικό επιτελείο ξορκίζουν αυτή την πιθανότητα, αλλά η αβεβαιότητα είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορεί να αποκλεισθεί τίποτα.



Αρχική δημοσίευση