Για πολλά πράγματα μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον Ταγίπ Ερντογάν, όχι όμως για ελιτίστικη συμπεριφορά. Σε αντίθεση με πολλούς Ευρωπαίους ομολόγους του, ο Τούρκος ηγέτης έχει μοναδικό χάρισμα να επικοινωνεί εύκολα με τον μέσο πολίτη. Χάρη στα προσωπικά του βιώματα και την προϋπηρεσία του ως δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, ο Ερντογάν μπορεί να υποδύεται πειστικά τον προσβεβλημένο πολίτη, τον φιλεύσπλαχνο ηγέτη και τον άκαμπτο πατριώτη. Παρά τα μεγάλα λάθη και τις εμμονές του, παραμένει κυρίαρχος στην τουρκική πολιτική σκηνή.

Αυτή τη στιγμή οι πιθανότητες επανεκλογής του στις προεδρικές εκλογές του 2023 είναι αυξημένες για δύο λόγους. Πρώτον, η αντιπολίτευση δεν έχει ακόμη καταλήξει ποιος θα είναι ο δικός της υποψήφιος. Οι αντι-ερντογανικές δυνάμεις συνεχίζουν να ακολουθούν μεμονωμένες στρατηγικές, αλλά ο χρόνος κυλάει πλέον εναντίον τους. Δεύτερον, έπειτα από 20 χρόνια στην εξουσία, τα πελατειακά δίκτυα του κυβερνώντος κόμματος είναι ικανά να κινητοποιήσουν μεγάλες μάζες ψηφοφόρων. Γύρω από την υποψηφιότητα του Ερντογάν συσπειρώνονται πολλοί ισχυροί παράγοντες. Ο επιχειρηματικός κόσμος, στη συντριπτική του πλειονότητα, ενστερνίζεται την παροιμία «αυτός που ψάχνει τον τέλειο φίλο θα μείνει χωρίς φίλους» (Ayıpsız dost arayan dostsuz kalır).

Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν πρόκειται να βελτιωθούν πριν από τις επικείμενες εκλογές στην . Η Αγκυρα δεν έχει κανένα σοβαρό κίνητρο να ρίξει τους τόνους στην αντιπαράθεσή της με την Αθήνα. Η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ έχουν εστιάσει στον πόλεμο της Ουκρανίας, που δυστυχώς δεν φαίνεται να τελειώνει γρήγορα. Η Αγκυρα συμπεριφέρεται σαν «πολύφερνη νύφη», που κανείς δεν τολμάει να την τιμωρήσει για τη συμπεριφoρά της.

Ωστόσο, μια επιθετική ενέργεια τύπου Ιμια θα ήταν παρακινδυνευμένη κίνηση για την τουρκική ηγεσία. Υπάρχουν τρεις λόγοι που συνηγορούν σε αυτό το συμπέρασμα. Η στρατιωτική αντίδραση της Αθήνας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς η χώρα μας έχει μπει σε μια προεκλογική περίοδο γεμάτη ένταση για θέματα εθνικής ασφάλειας. Με βάση το στρατιωτικό ισοζύγιο δυνάμεων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, η ελληνική πλευρά δύναται να αποκρούσει μια τουρκική επίθεση και να προκαλέσει (αν το επιθυμεί) δυσανάλογο κόστος στην Αγκυρα. Επίσης, η Αθήνα είναι βέβαιο ότι θα ζητήσει άμεση ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής με το Παρίσι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τουρκική πλευρά.

Ετσι κι αλλιώς, η Αγκυρα έχει αποφασίσει να κινείται σε μια γκρίζα ζώνη που βρίσκεται πάνω από το κατώφλι της ειρήνης και κάτω από το κατώφλι του πολέμου. Κάθε τουρκική ενέργεια βασίζεται σε ένα υπολογισμένο ρίσκο και εμπεριέχει υβριδικά στοιχεία. Ο σκοπός είναι να υπονομευθούν η κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, χωρίς να προκληθεί ένας πόλεμος με απρόβλεπτη κατάληξη. Ετσι όμως η ελληνική αποτροπή συνεχώς δοκιμάζεται, αφού οι κόκκινες γραμμές δεν είναι πάντα ξεκάθαρες.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον μπορεί να γίνει εξομάλυνση των διμερών σχέσεων μετά τις τουρκικές εκλογές. Σημασία έχει να γνωρίζουμε πού πρέπει να μπει ο πήχυς των προσδοκιών μας. Δεν είναι όλες οι ελληνοτουρκικές διαφορές επιλύσιμες. Καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να συμφωνήσει σε μερική ή πλήρη αποστρατιωτικοποίηση των νήσων. Ούτε είναι ποτέ δυνατόν να αποδεχθούμε την τουρκική επιχειρηματολογία περί γκρίζων ζωνών ή τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου. Σε αυτά τα θέματα η στάση μας πρέπει να είναι αταλάντευτη και αποφασιστική, όπως επιτάσσει το εθνικό συμφέρον.

Η Αγκυρα δεν έχει κίνητρο να ρίξει τους τόνους στην αντιπαράθεσή της με την Αθήνα, καθώς Ε.Ε. και ΝΑΤΟ επικεντρώνονται στην Ουκρανία.

Ταυτόχρονα θα ήταν μεγάλο σφάλμα να πιστέψουμε στη νομοτέλεια μιας σύγκρουσης. Η συμφωνία Ισραήλ – Λιβάνου δημιουργεί νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι δύο χώρες δεν έχουν καν διπλωματικές σχέσεις, ενώ συχνά σημειώνονται μεθοριακά επεισόδια. Εντούτοις, με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ, η συμφωνία οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών με βάση το διεθνές δίκαιο κατέστη εφικτή. Με αυτόν τον τρόπο οι δύο χώρες θα μπορέσουν να εκμεταλλευθούν τα υποθαλάσσια κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρίσκονται στην περιοχή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ αποδέχθηκε τη συμφωνία, παρά τη στενή της σχέση με το Ιράν.

Τώρα πρέπει να επαναξιολογήσουμε τη στρατηγική μας έναντι της Τουρκίας. Σωστά προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο σενάριο. Τι θέλουμε όμως πραγματικά να πετύχουμε μακροπρόθεσμα, δεδομένου ότι οι περισσότερες τουρκικές θέσεις δεν πρόκειται να αλλάξουν ριζικά;

Η γειτονική χώρα έχει αρχίσει και αυτοεγκλωβίζεται σε ένα αφήγημα που θεωρεί την Ελλάδα το μακρύ δόρυ μιας δυτικής συνωμοσίας. Αυτή η στρεβλή θεώρηση της πραγματικότητας δεν αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερους δικούς μας εξοπλισμούς. Οσο ειρωνικό και αν ακούγεται, μόνο ο Ερντογάν έχει σήμερα το πολιτικό κεφάλαιο για να ξεκινήσει μια (έστω οριακή) εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται να μειωθεί πρώτα η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Τον Απρίλιο του 1976 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πρότεινε στον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ τη σύναψη ενός Συμφώνου μη Επίθεσης ανάμεσα στην Ελλάδα και την . Η τουρκική πλευρά απέρριψε την πρόταση, αλλά η ιδέα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανοίξει πραγματικά τον δρόμο για την ειρηνική συμβίωση των δύο χωρών. Εξάλλου κανείς εχέφρων άνθρωπος στην Ελλάδα δεν θέλει έναν πόλεμο με την . Αν παρ’ ελπίδα ο κλάδος ελαίας δεν γίνει αποδεκτός, τουλάχιστον θα ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και reader στη Διεθνή Ασφάλεια στο King’s College London. Το νέο του βιβλίο «Αποτροπή και άμυνα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.



Αρχική δημοσίευση